← Όλες οι σημειώσεις

Σημείωση · 15/8/2026

Πώς γεννήθηκε «Το Φινάλε»

Η ιστορία πίσω από «Το Φινάλε», από μια τυχαία στιγμή στο μετρό και τη γέννηση του Λεωνίδα, μέχρι τη συγγραφή και την τελική μορφή του βιβλίου.

Μερικές φορές μια ιστορία δεν ξεκινά από μια μεγάλη ιδέα. Ξεκινά από μια εικόνα. Από μια στιγμή που, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, μένει λίγο περισσότερο στο μυαλό σου.

Για μένα, «Το Φινάλε» ξεκίνησε κάπως έτσι.

Βρισκόμουν στο μετρό όταν το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε έναν άνθρωπο που έμοιαζε χαμένος. Δεν γνώριζα τίποτα γι’ αυτόν. Δεν ήξερα πού πήγαινε, από πού ερχόταν ή τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Κι όμως, αυτή η εικόνα ήταν αρκετή.

Κάπου εκεί γεννήθηκε ο Λεωνίδας.

Ένας άνθρωπος που θέλει να ζήσει. Που θέλει να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα: δεν μπορεί πάντα να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από τη φαντασία του.

Αυτή ήταν η πρώτη σπίθα. Από εκεί άρχισε σιγά σιγά να δημιουργείται ο κόσμος του «Φινάλε».

Το ψυχολογικό θρίλερ ήταν μια αρκετά φυσική επιλογή για μένα. Είναι ένα είδος που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά περισσότερο από το ίδιο το μυστήριο με ενδιαφέρει αυτό που συμβαίνει μέσα στους χαρακτήρες.

Οι σκέψεις τους, οι φόβοι τους, οι επιθυμίες τους, οι αντιφάσεις τους.

Πάντα με γοήτευε η ιδέα ότι ένας χαρακτήρας δεν χρειάζεται να είναι απόλυτα καλός ή κακός. Μπορεί να κάνει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε και παρ’ όλα αυτά να μπορούμε, έστω για μια στιγμή, να καταλάβουμε γιατί τα έκανε.

Έτσι αντιμετώπισα και τον Λεωνίδα. Δεν ήθελα απλώς να αφηγηθώ τι του συμβαίνει. Ήθελα να μπω όσο περισσότερο μπορούσα στον τρόπο με τον οποίο εκείνος αντιλαμβάνεται όσα του συμβαίνουν και κάπως έτσι η αρχική ιδέα άρχισε να αλλάζει.

Όταν ξεκίνησα να γράφω, είχα στο μυαλό μου μια διαφορετική κατάληξη. Πίστευα ότι ήξερα πού θα καταλήξει η ιστορία. Στην πορεία όμως οι χαρακτήρες και οι επιλογές τους άρχισαν να την οδηγούν αλλού.

Ίσως αυτό ήταν ένα από τα πράγματα που με εξέπληξαν περισσότερο κατά τη συγγραφή, μπορείς να σχεδιάσεις μια ιστορία, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να την αφήσεις να αναπνεύσει και «Το Φινάλε» τελικά δεν κατέληξε εκεί όπου αρχικά περίμενα.

Οι στιγμές που πίστευα ότι δεν θα τελειώσει:

Το πρώτο draft γράφτηκε σχετικά γρήγορα, μέσα σε περίπου τρεις με τέσσερις μήνες.

Αυτό όμως απείχε πολύ από το να σημαίνει ότι το βιβλίο ήταν έτοιμο.

Ακολούθησαν διορθώσεις, αλλαγές, ξαναγράψιμο και αρκετές στιγμές αμφιβολίας. Από την πρώτη λέξη μέχρι την τελική του μορφή πέρασε περίπου ένας χρόνος.

Υπήρχαν φορές που πίστευα πραγματικά ότι το βιβλίο δεν θα βγει όπως το είχα φανταστεί. Κολλούσα. Κοίταζα αυτό που είχα γράψει και αισθανόμουν ότι δεν ήταν αυτό που ήθελα και τότε το άφηνα λίγο.

Όταν επέστρεφα όμως σε αυτό, κάτι είχε αλλάξει. Έβρισκα έναν διαφορετικό δρόμο, διόρθωνα αυτό που με ενοχλούσε και συνέχιζα. Αρκετές φορές αυτό που προέκυπτε ήταν καλύτερο από αυτό που είχα αρχικά σχεδιάσει.

Σιγά σιγά, εκείνη η εικόνα ενός άγνωστου ανθρώπου στο μετρό είχε μετατραπεί σε ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα.

Γιατί «Το Φινάλε»;

Ο τίτλος δεν υπήρχε από την αρχή. Ήρθε αργότερα, όταν η ιστορία είχε αρχίσει πλέον να αποκτά την πραγματική της ταυτότητα.

Ο Λεωνίδας είναι παθιασμένος με τον κινηματογράφο και έτσι η έννοια του «φινάλε» συνδέεται με έναν κόσμο που αποτελεί σημαντικό κομμάτι του χαρακτήρα του.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη σημασία.

Κάθε ταινία οδηγείται κάποτε στην τελευταία της σκηνή. Κάθε ιστορία έχει μια κατάληξη και αυτό είναι, τελικά, το φινάλε του Λεωνίδα.

Και μετά την τελευταία σελίδα;

Δεν ξέρω αν θα ήθελα να πω στον αναγνώστη τι πρέπει να αισθανθεί όταν κλείσει το βιβλίο.

Ίσως γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχει μία σωστή απάντηση.

Θα προτιμούσα «Το Φινάλε» να δημιουργήσει διαφορετικά συναισθήματα σε διαφορετικούς ανθρώπους. Κάποιος μπορεί να σταθεί στον Λεωνίδα. Κάποιος άλλος σε μια επιλογή, σε μια σχέση, σε μια στιγμή ή σε μια σκέψη που για κάποιο λόγο του έμεινε και ίσως αυτό είναι ένα από τα πράγματα που αγαπώ περισσότερο στις ιστορίες.

Από τη στιγμή που ένα βιβλίο φεύγει από τα χέρια του συγγραφέα και περνά στα χέρια του αναγνώστη, παύει να του ανήκει ολοκληρωτικά.

Ο καθένας μπορεί να βρει μέσα του κάτι διαφορετικό.

Για μένα, πάντως, «Το Φινάλε» θα ξεκινά πάντα από εκείνη τη μικρή στιγμή στο μετρό.

Έναν άγνωστο άνθρωπο που έμοιαζε χαμένος.

Και μια σκέψη που, χωρίς να το γνωρίζω τότε, μόλις είχε γίνει η αρχή μιας ιστορίας.